
- Του Δημήτρη Μητρόπουλου
Δεν κατέρρευσε απλώς ένα πρανές. Κατέρρευσε μια ολόκληρη ψευδαίσθηση. Η χθεσινή κατολίσθηση στον οδικό άξονα Τρίπολης – Πύργου, μετά το Λιβαδάκι, και η διακοπή της κυκλοφορίας στην Εθνική Οδό Τρίπολης Πύργου (ΕΟ 74), ήρθαν να προστεθούν σε μια μακρά αλυσίδα «έκτακτων» περιστατικών που μόνο έκτακτα δεν είναι. Την ίδια στιγμή, η 111 Εθνική Οδός, στην περιοχή της Δίβρης, υπέστη σοβαρή καθίζηση, αποκαλύπτοντας τη δομική αδυναμία ενός ακόμη εγκάρσιου άξονα που ενώνει την Τρίπολη με την Πάτρα μέσω της ορεινής ραχοκοκαλιάς της Πελοποννήσου.
Οι δύο αυτοί δρόμοι δεν είναι απλές γραμμές στον χάρτη. Είναι οι ιστορικές αρτηρίες που συνδέουν την ανατολική με τη δυτική Πελοπόννησο. Είναι οι δρόμοι μέσω των οποίων μετακινήθηκαν γενιές ολόκληρες – ο «δρόμος της μεγάλης φυγής» για όσους κατέβαιναν από τη Γορτυνία και τα Καλάβρυτα προς το «κλεινόν άστυ». Είναι οι διαδρομές που κράτησαν ζωντανή την επικοινωνία μεταξύ ορεινών κοινοτήτων, αγροτικών και κτηνοτροφικών περιοχών, εμπορικών κέντρων και πολιτιστικών πυρήνων.
Σήμερα, αυτοί οι δρόμοι λειτουργούν με έναν ανομολόγητο όρο: Οδηγείτε με δική σας ευθύνη.
Η διακοπή της κυκλοφορίας στην ΕΟ 74 δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Οι προειδοποιήσεις για τα πρανή στα Λαγκάδια καταγράφονται εδώ και δεκαετίες. Η παράκαμψη των Λαγκαδίων συζητείται τουλάχιστον μισό αιώνα. Επιστολές πολιτών, κοινοβουλευτικές ερωτήσεις, φωτογραφικά ντοκουμέντα με ετοιμόρροπους ογκόλιθους – όλα υπήρξαν. Εκείνο που δεν υπήρξε ποτέ ήταν μια ολοκληρωμένη, χρηματοδοτημένη και δεσμευτική λύση.
Η ίδια εικόνα και στην 111 ΕΟ. Η καθίζηση στη Δίβρη δεν προέκυψε ξαφνικά. Η χρόνια υποσυντήρηση, οι παλαιές τεχνικές προδιαγραφές, η απουσία ριζικής ανακατασκευής καθιστούν τον άξονα ευάλωτο σε έντονα καιρικά φαινόμενα. Κάθε βροχόπτωση μετατρέπεται σε απειλή. Κάθε χειμώνας σε δοκιμασία.
Το αποτέλεσμα είναι ένας πραγματικός, όχι συμβολικός, αποκλεισμός. Όταν κλείνει η ΕΟ 74 και η κυκλοφορία εκτρέπεται μέσω επαρχιακών διαδρομών, η διασύνδεση Ηλείας και Αρκαδίας καθίσταται χρονοβόρα και επισφαλής. Όταν η 111 υποχωρεί, η ορεινή ζώνη από την Τρίπολη έως την Πάτρα απομονώνεται. Η Πελοπόννησος κόβεται στα δύο.
Οι επιπτώσεις δεν είναι μόνο συγκοινωνιακές. Είναι βαθιά αναπτυξιακές.
Η Αρχαία Ολυμπία αποτελεί διεθνή προορισμό. Χιλιάδες επισκέπτες φθάνουν κάθε χρόνο. Πόσοι, όμως, ανηφορίζουν προς το Μαίναλο, τη Δημητσάνα, τη Βυτίνα, τα Λαγκάδια; Πόσοι συνεχίζουν προς την ορεινή Γορτυνία; Η κακή κατάσταση των δρόμων, οι συνεχείς διακοπές, η αίσθηση ανασφάλειας αποθαρρύνουν τη διάχυση του τουρισμού. Έτσι, η τουριστική ανάπτυξη περιορίζεται σε παράκτιες ζώνες, ενώ η ενδοχώρα παραμένει θεατής.
Το ίδιο συμβαίνει με το εμπόριο και την παραγωγή. Η ορεινή Πελοπόννησος διαθέτει κτηνοτροφία, αγροτικά προϊόντα, μικρές μεταποιητικές μονάδες. Η ασφαλής και ταχεία μεταφορά τους είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας. Όταν η πρόσβαση είναι αβέβαιη, το κόστος αυξάνεται, οι επενδύσεις παγώνουν, οι νέοι φεύγουν.
Και εδώ αποκαλύπτεται η διαχρονική κοροϊδία της Πολιτείας. Κατά καιρούς, το έργο χαρακτηρίστηκε μη εθνικής σημασίας. Η ευθύνη μετατέθηκε από το κεντρικό κράτος στις Περιφέρειες. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων επικαλέστηκε χαμηλούς κυκλοφοριακούς φόρτους. Οι Περιφέρειες δεν προχώρησαν σε ριζικές λύσεις. Οι κυβερνήσεις άλλαξαν. Οι ανακοινώσεις επαναλήφθηκαν. Το πρόβλημα παρέμεινε.
Παράλληλα, η μετρική σιδηροδρομική γραμμή Κόρινθος – Τρίπολη – Μεγαλόπολη – Καλαμάτα εγκαταλείφθηκε. Δηλαδή, τόσο ο οδικός όσο και ο σιδηροδρομικός εγκάρσιος κορμός της ενδοχώρας τέθηκαν σε αδράνεια. Αντί να αποτελέσουν πυλώνες ανασυγκρότησης, μετατράπηκαν σε σύμβολα παρακμής.
Είναι άραγε τυχαίο ότι την ίδια περίοδο ενισχύθηκαν κατά προτεραιότητα οι παράκτιοι άξονες; Ότι η ανάπτυξη συγκεντρώθηκε εκεί όπου υπήρχε άμεσο τουριστικό και επιχειρηματικό ενδιαφέρον; Η ορεινή Πελοπόννησος, με τον οξυμένο νου και την ιστορική της διαδρομή, αφέθηκε στην τύχη της. Στην ερήμωση.
Κάθε νέο δελτίο Τύπου για «άμεση κινητοποίηση» μετά από κατολίσθηση δεν αποτελεί λύση. Είναι διαχείριση της ζημιάς. Η ουσία βρίσκεται αλλού: σε έναν διαπεριφερειακό σχεδιασμό, με σαφή χρηματοδότηση, οριστικές μελέτες, γεωτεχνικές παρεμβάσεις, νέα ασφαλή χάραξη όπου απαιτείται. Σε πολιτική βούληση που δεν θα εξαρτάται από συγκυριακές πιέσεις ή πρόσκαιρες κινητοποιήσεις.
Διότι το διακύβευμα δεν είναι απλώς η άσφαλτος. Είναι η κοινωνική συνοχή. Είναι η δυνατότητα ενός φοιτητή να μετακινηθεί. Ενός ασθενούς να φθάσει εγκαίρως σε νοσοκομείο. Ενός παραγωγού να διαθέσει το προϊόν του. Ενός τουρίστα να γνωρίσει την ορεινή ενδοχώρα. Είναι η στοιχειώδης επικοινωνία ανθρώπων.
Η Πελοπόννησος δεν μπορεί να λειτουργεί με εσωτερικά σύνορα. Δεν μπορεί η μετάβαση από την Τρίπολη στον Πύργο να απαιτεί παράκαμψη μέσω Τσακώνας και Καλού Νερού. Δεν μπορεί η σύνδεση Τρίπολης – Πάτρας μέσω της 111 να θεωρείται ριψοκίνδυνη αποστολή.
Όσο οι δύο αυτοί δρόμοι παραμένουν σε καθεστώς ημι-λειτουργίας, η ενδοχώρα θα φθίνει. Και τότε, η κατάρρευση δεν θα αφορά μόνο πρανή και οδοστρώματα. Θα αφορά ολόκληρες κοινότητες.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα ξαναπέσει ένας βράχος.
Το ερώτημα είναι αν η Πολιτεία θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει την ορεινή Πελοπόννησο ως περιθώριο.
Γιατί σήμερα, σε αυτούς τους δρόμους, η μοναδική σταθερή πινακίδα είναι αόρατη αλλά απολύτως πραγματική:
«Οδηγείτε με δική σας ευθύνη».
